Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Σάββατο, 22 Μαΐου 2021 13:54

ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ. "ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1941. ΚΡΗΤΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΚΡΗΤΗ"

ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ. "ΑΦΙΕΡΩΜΑ 1941. ΚΡΗΤΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΣΤΑ ΒΑΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΚΡΗΤΗ"

1941-Πέτρος Χ.Αρωνης "Τσουλάκος"

ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ του Καπτά-Πέτρου Χ.Αρώνη «Τσουλάκου»

Αφηγητής 10 Νοεμβρίου 1987
Πέτρος Χαρ. Αρώνης «Τσουλάκος»

Πηγή: Απο το Αρχείο του Παναγιώτη-Κυριάκου Αρώνη «Τσουλάκου». «Η Ελαφόνησος από της ημέρες του Σταυριανού Αρώνη εως σήμερα» 

IMG 4271 800x600

<<…ο πόλεμος συνεχιζότανε στην Αλβανία με Ελληνες και Ιταλούς, δεν άργησε όμως να μας επιτεθεί η Γερμανία και έγινε η πιστοχώρηση του Ελληνικού στρατού. Φεύγει η Κυβέρνηση η δική μας και πήγανε στην Κρήτη, και κει συνεχίσανε το πόλεμο έως που φύγανε η δική μας Κυβέρνηση, ο Βασιλιάς Γεώργιος και ο στρατός μας για τη Μέση Ανατολή, όπου συνεχίσανε τον πόλεμο μαζί με τους Εγγλέζους και με όλους τους συμμάχους.


Οι Γερμανοί φτιάξανε αροδρόμιο στους Μολάους και αρχίσανε τα αεροπλάνα να πηγαίνουν στην Κρήτη και να τη βομβαρδίζουνε και από τους Μολάους, και από άλλα σημεία της Ελλάδος. Είχε φύγει όλος ο κόσμος από το χωριό, είχε μείνει μόνο ο γέρο Παναγιώτης με τη γριά του, και ο γέρο Ρουμάνης.


Πήρα τα σκάφοι μου από το χωριό και πήγα στο Αυλάκι στο Κατωνησί και τα έβγαλα έξω στη στεριά και πήγα στο σπίτι μας στην Παναγίτσα που είχαν πάει η μάννα μου, ο πατέρας μου και τα αδέλφια μου. Το νησί γέμησε Κρητικούς και πολλοί ερχόντουσαν στο Κατωνησί, οι περισσότεροι ήταν οπλισμένοι και σκοτώνανε τα ζωντανά, γίδες και πρόβατα για να φάνε οι άνθρωποι. Τότε οι Κατωνησιώτες είχανε όλοι ζά. Ψάχνανε οι Κρητικοί τρόπο να φύγουνε, οι Κατωνησιώτες πάλι παραπονιόντουσαν για τις ζημίες. Ήρθανε και με βρήκαν, συνεννοήθηκα μαζί τους, και μόλις έπεσε ο ήλιος, μου βουτάνε οι Κρητικοί το καίκι και το ρίχνουνε στη θάλασσα, το «ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΟΙΜΗΣΗ» Νηολόγιο Καλαμάτας Αρ.414, μηχανή Πετεινάρη 5 ίππων. Μπήκανε μέσα εξήντα άτομα, εάν δεν πρόφτενα να σπρώξω το καίκι θα μπαίνανε εκατό. Βάζω εμπρός τη μηχανή, κάνω το σταυρό μου και φύγαμε. Ναύτη πήρα τον μπάρμπα μου τον Αντρέα το Κυριακάκο, (Ανδρέας Κυρ. Αρώνης), αλλά δεν μπορούσε να κάτσει στο τιμόνι, ήταν ανάπηρος. Μόνος μου εγώ, μηχανή και τιμόνι, στις τέσσερις (4) το πρωί φουντάρισα στη Κραμπούσα. Μόλις μέρωσε πήγαμε απέναντι στην Κρήτη σε μια χαλικιά, βγήκανε όξω και εμείς φύγαμε για τα Λαφονήσι, για της Παναγίας τα νησιά.


Με το πέσιμο του ήλιου φτάσαμε στο Αυλάκι, μπαίνουνε πάλι εξήντα άτομα, βγάζω έξω το μπάρμπα μου τον Αντρέα και πήρα μέσα ναύτη το ξαδελφό μου το Κούλη το Γανιό (Κυριάκος Παύλου Αρώνης). Γραμμή Κρήτη, επήγα πάλι στο ίδιο μέρος στη Κραμπούσα, τους έβγαλα έξω, και αμέσως φύγαμε πάλι για τα Λαφονήσι, για το Αυλάκι. `Εκανα έξι ταξίδια και κανένας Κρητικός δεν έμεινε στο Κατωνησί.

Στο Κατωνησί κάποιος τους είπε για μένα, και ήρθανε και με βρήκανε πέντε Εγγλέζοι, ο ένας μίλαγε Ελληνικά. Μου λέει: "Θα μας πας στα Αντικύθηρα". Έπεσε ο ήλιος φύγαμε, φτάσαμε στα Αντικύθηρα μεσάνυκτα, τους έβγαλα έξω. "Θα φύγουμε με υποβρύχιο", έτσι μου είπανε, μου δώσανε πέντε λίρες χάρτινες.

Τα Βάτικα τώρα έχουν γιομίσει από Κρητικούς, ξεκινήσανε και άλλα καΐκια  να μεταφέρουνε Κρήτες, ο Μήτσος ο Καψάλης, ο Γιάννης ο Σταθάκης ο Κουντουριάρης, ο Μηνάς ο Σταθάκης και άλλοι. Ο παπά Μανώλης ο Λαλούσης τους συγκέτρωνε σε ένα μέρος και τους έδινε τροφή και γιατρό, και υποχρέωνε εμάς να τους πηγαίνουμε στην Κρήτη. 'Τοιμάσθηκα πάλι για την Κρήτη. Δεν είχα όμως πετρέλαιο, ρίχνω στη θάλασσα τη πάσαρα, ήταν ίστιοφόρος, το όνομά της «Αγία Τριάδα», λεμβολόγιο Νεάπολη, Αρ.146, παίρνω ναύτη το Γρηγόρη το Χριστοδουλάκο, φορτώνουμε Κρητικούς από το Χαμόκοιλο, πάμε πάλι στην Κρήτη, τους βγάλαμε και φύγαμε, αλλά φρεσκάρισε το μελτέμι και πήγαμε σταβέντο από τους Ηλιούς (Αντικύθηρα),  είδαμε και πάθαμε να φτάσουμε στα Λαφονήσι.

Βρίσκω πετρέλαιο και φορτώνω το  «ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΟΙΜΗΣΗΣ», βάζω σαράντα Κρητικούς , ναύτη παίρνω το Γιώργη το Τεφλέμη (Γεώργιος Στ.Αρώνης), και ρεμούλκιο  φορτώνουμε την πάσαρα «Αγία Τριάδα». Βάζω πλήρωμα τον Πότη τον Φαρδή και τον Ανάργυρο τον Ανωμήτρη, και φύγαμε φορτωμένοι Κρήτες για την Κρήτη, το ταξίδι ήταν ευχάριστο και ας είχαμε και ρεμούλκιο. Αφού γυρίσαμε στα Λαφονήσι, πάλι εγώ ΄τοιμάσθηκα για τη Κρήτη με το «ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΟΙΜΗΣΗΣ», ναύτη παίρνω το μπάρμπα Λάμπη το Τσαχαγιά (Χαράλ. Παν. Σκαλκόγιαννης), φορτώνουμε πάλι από το Χαμόκοιλο, αλλά δεν πήγα στη Κραμπούσα, πήγα πάνω στον Κάβο-Σπάθη, σε μια άλλη άκρη, είχε ένα λούκι, ήταν πιο καλό μέρος εκεί. Όταν έκαμα καινούργιο καΐκι, στο Πέραμα στο Ναυπηγείο του Ψαρρού, το έβγαλα «ΚΑΒΟ-ΣΠΑΘΗ» λεμβολόγιο Πειραιάς Αρ. 2220, και ο  λόγος που του έβγαλα το όνομα  ήτανε ότι πήγαινα για τρία χρόνια συνέχεια πάνω στο Κάβο-Σπάθη με το «ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΟΙΜΗΣΗΣ» και έβγαζα Κρήτες, και από 'κει έπαιρνα Πελοποννήσιους , Μακεδόνες, στρατιώτες και τους έφερνα στη Πούντα στο χωριό μας, και πηγαίνανε και αυτοί με τα πόδια στα χωριά τους. Ένα ταξίδι έφερα από την Κρήτη και το Παναγιώτη το Δερμάτη το Τσουλάκο από τα Δερματιάνικα...»

 

Διαβάστηκε 1107 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 22 Μαΐου 2021 14:16